Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις
όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα.
Παράγκα, παράγκα, παράγκα του χειμώνα
κι εσύ μιλάς σαν πτώμα.
Ο λαός, ο λαός στα πεζοδρόμια
κουλούρια ζητάει και λαχεία.
Κοπάδια, κοπάδια, κοπάδια στα υπουργεία
αιτήσεις για τη Γερμανία.
Κυράδες, φιλάνθρωποι παπάδες
εργολαβίες, ψαλμωδίες και καντάδες.
Η Ευανθούλα κλαίει πριν να κοιμηθεί
την παρθενιά της βγάζει στο σφυρί.
Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει
στα καφενεία μπιλιάρδο, καλαμπούρι και χαρτί.
Στέκει στο περίπτερο, διαβάζει
φυλλάδες με μιάμιση δραχμή.
Όχι, όχι, αυτό δεν είναι τραγούδι
Είν’ η τρύπια στέγη μιας παράγκας.
Είν’ η γόπα που μάζεψε ένας μάγκας
κι ο χαφιές που μάς ακολουθεί.
Ψηλές Κορφές: Το κρασί του Δεκαπενταύγουστου
-
Αιχμαλωτίζουν στο κρυστάλλινο χρώμα τους τα πιο όμορφα στοιχεία του
ελληνικού καλοκαιριού: Του ήλιου τις αχτίδες, του Αιγαίου τον κυμματισμό,
τα χρώματα το...
Πριν από 9 ώρες
